Στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Journal of Epidemiology δημοσιεύτηκαν τα αποτελέσματα δεκαετούς μελέτης σχετικά με το αν και κατά πόσο η χρήση κινητού τηλεφώνου προκαλεί καρκίνο στον εγκέφαλο.
Η μελέτη επικεντρώθηκε σε μορφές ενδοκρανιακού καρκίνου (όπως το γλοίωμα, το μηνιγγίωμα, καρκίνοι του ακουστικού νεύρου και των σιελογόνων αδένων), που αναπτύσσονται σε περιοχές του εγκεφάλου οι οποίες απορροφούν μεγάλα ποσοστά ακτινοβολίας. Από το 2000 εξετάστηκαν περισσότερα από 5.000 περιστατικά σε 13 αναπτυγμένες χώρες και δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη χρήση προϊόντων κινητής τηλεφωνίας από τους υπό εξέταση πάσχοντες. Την έρευνα κατεύθυνε μια ομάδα 21 επιστημόνων διεθνούς κύρους, η οποία αξιολόγησε τα ευρήματα και συνέταξε τη σχετική δημοσίευση. Το πρόγραμμα είχε τη συνεργασία και τη συνδρομή της IARC (International Agency for Research on Cancer), του παραρτήματος του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για τον καρκίνο.
Είναι αξιοσημείωτη η αναλυτική παρουσίαση στη δημοσίευση των χορηγών της έρευνας. Εύλογα μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί ποιος πλήρωσε για μία έρευνα τέτοιας κλίμακας (η οποία υπολογίζεται πως στοίχισε περίπου 19 εκατομμύρια ευρώ) και το κατά πόσον η όποια οικονομική ενίσχυση από κάποια πηγή (π.χ., μια εταιρεία τηλεπικοινωνιών) μπορεί να επηρέασε την εγκυρότητα των συμπερασμάτων.
Η συγκεκριμένη έρευνα χρηματοδοτήθηκε από διάφορα Ινστιτούτα και Οργανισμούς (όπως η Ευρωπαϊκή Κομισιόν), υπό την επίβλεψη της IARC. Από τα 19 περίπου εκατομμύρια ευρώ, τα 5,5 χορηγήθηκαν από διάφορες βιομηχανικές πηγές, όπως το Φόρουμ Κατασκευαστών Προϊόντων Τηλεπικοινωνίας (MMF) και η Ένωση Εταιρειών Τηλεπικοινωνίας GSM. Για να προστατευθεί η ανεξαρτησία της έρευνας, ωστόσο, τα χρήματα αυτά διατέθηκαν πρώτα στη Διεθνή Ένωση Κατά του Καρκίνου (UICC) και στη συνέχεια αποδόθηκαν στους ιθύνοντες της έρευνας. Μέρος των 5,5 εκατομμυρίων αντλήθηκε από εταιρείες τηλεπικοινωνίας μέσω ειδικών φόρων που επέβαλαν οι συμμετέχοντες κρατικοί μηχανισμοί. Οι άμεσες χορηγίες από βιομηχανίες, σύμφωνα με τη δημοσίευση, δεν ξεπέρασαν τα 500.000 ευρώ.
Η δημοσίευση των αποτελεσμάτων δεν οδήγησε ασφαλή συμπεράσματα. Υπάρχουν ενδείξεις μεγαλύτερης πιθανότητας ανάπτυξης γλοιώματος στην πλευρά του κεφαλιού από την οποία συνήθως ο πάσχων τηλεφωνούσε, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία για δραματική αύξηση του κινδύνου εμφάνισης εγκεφαλικού καρκίνου. Ωστόσο, οι ίδιοι οι ειδικοί επισημαίνουν πως αυτό δε σημαίνει πως η χρήση κινητού τηλεφώνου είναι απολύτως ασφαλής.
Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στη δεκαετή έρευνα χρησιμοποιούσαν το κινητό τους τηλέφωνο πολύ λιγότερο από ένα μέσο σημερινό καταναλωτή. Για παράδειγμα, με βάση την κατανάλωση στις αρχές της δεκαετίας, κάποιος που χρησιμοποιούσε το κινητό του για περισσότερο από μισή ώρα ημερησίως περιλαμβανόταν στην κατηγορία της υψηλής κατανάλωσης. Σήμερα, τουλάχιστον μεταξύ των νεαρών, μία τέτοια κατανάλωση θα αξιολογούνταν από μέτρια, ως χαμηλή. Από την άλλη, είναι πλέον πολύ πιο διαδεδομένη η χρήση συσκευών hands free, η οποία συμβάλει στη μείωση του ποσοστού ακτινοβολίας που προσβάλει τον εγκέφαλο.
Μόνο τελικό συμπέρασμα των επιστημόνων ήταν η ανάγκη για συνέχιση των σχετικών ερευνών και μελέτη των νέων προτύπων κατανάλωσης, ιδιαίτερα κατά την παιδική και την εφηβική ηλικία.
Ας σημειωθεί πως η έρευνα δεν κατέληξε πως η χρήση κινητών τηλεφώνων είναι ασφαλής για τον οργανισμό: εξέτασε το κατά πόσον μια μέτρια ή χαμηλή (με τα σημερινά δεδομένα) κατανάλωση αυξάνει ή όχι τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στον εγκέφαλο. Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προσδιοριστεί πλήρως η επικινδυνότητα του κινητού τηλεφώνου, είναι συνετό να το χρησιμοποιούμε με φειδωλία και με τρόπους που μας εκθέτουν όσο το δυνατόν λιγότερο στα ηλεκτρομαγνητικά του πεδία. Αντίστοιχη ή και μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται όταν παρέχουμε στα παιδιά μας τη δυνατότητα χρήσης κινητού.

