Ορισμός
Μετάσταση ονομάζεται η μετακίνηση καρκινικών κυττάρων από τον πρωτοπαθή όγκο σε άλλα σημεία του οργανισμού, μέσω των αιμοφόρων ή των λεμφοφόρων αγγείων, με επακόλουθο το σχηματισμό νέου κακοήθους όγκου. Ο όρος προέρχεται από τα συνθετικά μετά και ίστημι και ουσιαστικά σημαίνει μετεγκατάσταση.
Πρωτοπαθής όγκος ονομάζεται η αρχική συσσωμάτωση (όγκος) καρκινικών κυττάρων που αναπτύσσεται σε έναν καρκινοπαθή οργανισμό.
Μεταστατικός όγκος ονομάζεται η νέα καρκινική συσσωμάτωση, ο νέος όγκος δηλαδή, που διαμορφώνεται μετά την μετακίνηση των καρκινικών κυττάρων σε άλλο σημείο του σώματος.
Διήθηση ονομάζεται η επέκταση μιας παθολογικής αλλοίωσης σε άλλον ιστό. Ουσιαστικά συνίσταται στην εισβολή καρκινικών κυττάρων σε κάποια περιοχή ή όργανο του σώματος.
Η μετάσταση και η διήθηση αποτελούν τα πλέον επικίνδυνα για τον οργανισμό χαρακτηριστικά της καρκινικής νόσου. Είναι μάλιστα και τα βασικότερα κριτήρια διάκρισης μεταξύ καλοήθους και κακοήθους νεοπλασίας. Μία σύντομη επισκόπηση της λειτουργίας των αποτελεί προϋπόθεση για την κατανόηση της επίδρασης του καρκίνου στον ανθρώπινο οργανισμό.
Λειτουργία
Ο καρκίνος είναι μία ομάδα ασθενειών που προκαλούνται από τον άναρχο πολλαπλασιασμό παθογόνων κυττάρων. Τα κύτταρα αυτά διαιρούνται ανεξέλεγκτα σχηματίζοντας νέους ιστούς οι οποίοι επιδρούν βλαπτικά στη γενικότερη λειτουργία του σώματος. Ο παραγόμενος ιστός διαμορφώνει έναν όγκο ο οποίος επικαλύπτεται εξωτερικά από μία λεπτή κυτταρική στρώση που ονομάζεται επιθήλιο. Τα κύτταρα που σχηματίζουν τους υμένες του επιθηλίου χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη δομή που εξυπηρετεί τη λειτουργία τους.
Σε περίπτωση μετάστασης, όμως, μια πρωτεΐνη εκκινεί ένα μηχανισμό που ονομάζεται επιθηλιακή προς μεσεγχυματική μετατροπή, γνωστός και ως ΕΜΤ (αρκτικόλεξο παραγόμενο από τον αγγλικό όρο epithelial-mesenchymal transdifferientiation). Ο μηχανισμός αυτός προκαλεί μοριακές διεργασίες και μεταβολές στην επιφάνεια των επιθηλίων κυττάρων, μετασχηματίζοντάς τα σε κύτταρα μεσεγχυματικού τύπου, τα οποία έχουν τη δυνατότητα διήθησης, διείσδυσης δηλαδή, σε άλλους ιστούς. Το κύτταρο υφίσταται δομικές και λειτουργικές αλλαγές που του επιτρέπουν να αποσπαστεί από το επιθήλιο και να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή του οργανισμού μέσω του αίματος ή της λέμφου.
Η διαδικασία μετεγκατάστασης ενέχει πολλούς κινδύνους για το κύτταρο –μετανάστη: αφού αποσπαστεί από τον πρωτοπαθή όγκο, θα πρέπει να εισβάλει σε γείτονες ιστούς, να εισέλθει στην κυκλοφορία του αίματος ή της λέμφου, να εγκλωβιστεί στα τριχοειδή αγγεία ενός άλλου οργάνου, να εξαγγειωθεί από την κυκλοφορία και να αρχίσει να πολλαπλασιάζεται, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός νέου όγκου. Μολονότι είναι λίγα τα κύτταρα που επιβιώνουν της διαδικασίας αυτής και του «ταξιδιού» σε άλλα σημεία του σώματος, ο αριθμός τους συχνά είναι επαρκής για το σχηματισμών δευτερογενών καρκινικών εστιών.
Ένας μηχανισμός που συμβάλει στην εξάπλωση μεταστατικών όγκων είναι η παθολογική αγγειογένεση. Η αγγειογένεση είναι η ανάπτυξη νέων αιμοφόρων αγγείων και η παθολογική της μορφή σχετίζεται με τον καρκίνο και τη μετάσταση, καθώς μεγαλύτερος αριθμός αγγείων γύρω από τον πρωτοπαθή όγκο αυξάνει τις μεταστατικές του δυνατότητες, παρέχοντάς του την ευκαιρία να διαρρεύσει περισσότερα καρκινικά κύτταρα στο αγγειακό σύστημα.
Τοπική και απομακρυσμένη μετάσταση
Συχνά, τα καρκινικά κύτταρα διήθουν αρχικά στους εγγύτερους στον πρωτοπαθή όγκο λεμφαδένες. Οι λεμφαδένες είναι μια ομάδα οργάνων που διοχετεύουν στο κυκλοφοριακό σύστημα διάφορα υγρά και, κυρίως, λεμφοκύτταρα (λευκά αιμοσφαίρια), τα οποία καταπολεμούν λοιμώξεις, προστατεύοντας την υγιή λειτουργία του σώματος. Όταν ο πρωτοπαθής όγκος προσβάλλει γειτονικούς λεμφαδένες και όμορους ιστούς, η μετάσταση χαρακτηρίζεται τοπική (ή τοπική νόσος). Αντίθετα, όταν προσβάλλονται απομακρυσμένοι ιστοί και όργανα, η μετάσταση καλείται απομακρυσμένη και ενέχει πολύ σοβαρούς κινδύνους για την επιβίωση του ασθενή. Υπολογίζεται πως περίπου το 90% της θνησιμότητας εξαιτίας καρκίνου σχετίζεται με την ανάπτυξη απομακρυσμένης μετάστασης.
Μολονότι κάθε μορφή καρκίνου τείνει να προκαλεί μεταστάσεις σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος (π.χ. ο καρκίνος στον προστάτη συνήθως χορηγεί μετάσταση στα οστά, και ο καρκίνος στο κόλον στο συκώτι), τα καρκινικά κύτταρα είναι σε θέση να μετεγκατασταθούν σε οποιοδήποτε σημείο του οργανισμού. Παρά ταύτα, συνήθως προσβάλλονται από μεταστατικούς όγκους τα οστά, ο εγκέφαλος, το ήπαρ (συκώτι) και οι πνεύμονες.
Σε περίπτωση μετάστασης και διαμόρφωσης μεταστατικού όγκου, το δευτερογενές νεόπλασμα (κακοήθης όγκος) προσδιορίζεται βάσει του πρωτοπαθούς όγκου, και όχι βάσει του σημείου που εμφανίστηκε η μετάσταση. Αν, λόγου χάρη, ένας πρωτοπαθής καρκίνος στο μαστό προκαλέσει μετάσταση στον πνεύμονα, ο νέος όγκος δε θεωρείται καρκίνος του πνεύμονα, αλλά μεταστατικός καρκίνος του μαστού στον πνεύμονα.
Συμπτώματα
Οι μεταστατικοί όγκοι είναι εξίσου περίπλοκοι και σύνθετοι στη λειτουργία τους με τους πρωτοπαθείς. Δυστυχώς, πολλές μορφές μεταστατικών όγκων αναπτύσσονται δίχως ιδιαίτερα συμπτώματα και ανακαλύπτονται τυχαία μέσω ακτινογραφιών ή άλλων εξετάσεων. Άλλες μορφές μεταστατικών όγκων εμφανίζουν συμπτώματα, σε φύση και ένταση που καθορίζονται από τη θέση, το μέγεθος και το είδος τους. Μία μετάσταση στον πνεύμονα θα προκαλούσε έντονη δύσπνοια, στα οστά άλγος, στο συκώτι ίκτερο κτλ.


